Τα προβιοτικά έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή τα τελευταία χρόνια, όμως η επιστημονική γνώση δείχνει ότι η επιλογή τους δεν πρέπει να γίνεται τυχαία. Κάθε προβιοτικό στέλεχος διαθέτει διαφορετικές ιδιότητες και δεν προσφέρει τα ίδια οφέλη σε όλες τις περιπτώσεις. Για τον λόγο αυτό, οι σύγχρονες οδηγίες τονίζουν ότι η επιλογή πρέπει να βασίζεται στο συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας και στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.
Τα προβιοτικά είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί που, όταν χορηγούνται στις κατάλληλες ποσότητες, μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση ή την αποκατάσταση της ισορροπίας του μικροβιώματος του εντέρου. Ωστόσο, η δράση τους δεν περιορίζεται μόνο στην αύξηση των «καλών» βακτηρίων. Μπορούν να ενισχύσουν τον εντερικό φραγμό, να περιορίσουν τη φλεγμονή, να υποστηρίξουν το ανοσοποιητικό σύστημα και να επηρεάσουν θετικά την επικοινωνία μεταξύ εντέρου και εγκεφάλου.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία που αναδεικνύει η σύγχρονη βιβλιογραφία είναι ότι η αποτελεσματικότητα των προβιοτικών εξαρτάται από το στέλεχος (strain) και όχι μόνο από το είδος του βακτηρίου. Για παράδειγμα, δύο προϊόντα που περιέχουν το ίδιο γένος ή είδος μικροοργανισμού μπορεί να έχουν τελείως διαφορετική κλινική δράση, επειδή περιέχουν διαφορετικά στελέχη. Επομένως, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όλα τα προβιοτικά είναι ισοδύναμα.
Τα προβιοτικά φαίνεται να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως η διάρροια μετά από λήψη αντιβιοτικών, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS), ορισμένες λειτουργικές διαταραχές του εντέρου και η αποκατάσταση της μικροβιακής ισορροπίας μετά από γαστρεντερικές λοιμώξεις. Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του φουσκώματος, των αερίων και της δυσφορίας, πάντα όμως όταν επιλέγεται το κατάλληλο στέλεχος για τη συγκεκριμένη ένδειξη.
Εκτός από τα προβιοτικά, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η διατροφή. Οι φυτικές ίνες, τα όσπρια, τα λαχανικά, τα φρούτα και τα τρόφιμα που περιέχουν φυσικά πρεβιοτικά συστατικά αποτελούν την «τροφή» των ωφέλιμων βακτηρίων, βοηθώντας τα να αναπτυχθούν και να παράγουν ουσίες με ευεργετική δράση για τον οργανισμό. Έτσι, ακόμη και το καλύτερο προβιοτικό δύσκολα θα αποδώσει τα μέγιστα όταν η συνολική διατροφή είναι φτωχή σε φυτικές ίνες και πλούσια σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα.
Τέλος, αξίζει να θυμόμαστε ότι τα προβιοτικά δεν αποτελούν πανάκεια. Η χρήση τους πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες του ατόμου, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η βελτίωση του τρόπου ζωής και της διατροφής αποτελεί το σημαντικότερο βήμα για την αποκατάσταση ενός υγιούς μικροβιώματος. Η σωστή ενημέρωση και η καθοδήγηση από επαγγελματία υγείας μπορούν να βοηθήσουν στην επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής, ώστε τα προβιοτικά να χρησιμοποιούνται με ασφάλεια και ουσιαστικό όφελος.