Ήδη από τον 19ο αιώνα ο Le Bon διατυπώνει την ιδέα ότι με την ένταξη του ατόμου σε πλήθος παρατηρείται αποδυνάμωση της ατομικής ευθύνης. Το άτομο σε αυτή τη συνθήκη παύει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ατομικό υποκείμενο που φέρει ευθύνη και συμπαρασύρεται από το «τι κάνουν οι άλλοι». Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως αυτό είναι το ψυχολογικό υπόβαθρο της διάχυσης της ευθύνης.
Ωστόσο, μια βασική διαφορά των όσων υποστηρίζει ο Le Bon με το bystander effect( δηλαδή το φαινόμενο του αμέτοχου τρίτου) είναι πως ο μεν πρώτος αναφέρει δράση – όχι πάντα λελογισμένη – ενώ το δεύτερο αδράνεια. Τι είναι λοιπόν το bystander effect;
Ως bystander effect νοείται το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο οι πιθανότητες του ατόμου να βοηθήσει κάποιον σε μια κρίσιμη κατάσταση μειώνονται όταν υπάρχουν και άλλοι παθητικοί θεατές παρόντες.
Με αφορμή ένα έγκλημα το οποίο έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη, έγινε ένα πείραμα στο οποίο συμμετείχαν και φοιτητές. Όσον αφορά το πραγματικό έγκλημα, μία γυναίκα μαχαιρώθηκε θανάσιμα στη μέση του δρόμου κατοικημένης περιοχής. Το συμβάν – παρότι δεν ήταν συνηθισμένο- δεν κέντρισε το ενδιαφέρον μέχρι που αποκαλύφθηκε σε μια εφημερίδα ότι υπήρχαν 38 μάρτυρες που δεν αντέδρασαν.
Στο πείραμα λοιπόν, προσπάθησαν να αναπαραχθεί μία κατάσταση ανάγκης και αναδείχθηκε το φαινόμενο διάχυσης της ευθύνης το οποίο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Διαπιστώθηκε πως όσο μεγαλύτερη ήταν η ομάδα των παρισταμένων ( η αυτών που το άτομο γνώριζε ή νόμιζε ότι παρίστανται) τόσο λιγότερη δραστηριοποίηση έδειχνε το υποκείμενο. Μάλιστα, φάνηκε να μην έχει τόση σημασία η σχέση του υποκειμένου με το θύμα παρά η σχέση του με τους λοιπούς παρόντες. Ενώ φαίνεται πως όσοι δεν έδρασαν δεν τηρούσαν αδιάφορη στάση αλλά βρίσκονταν σε μια στάση εσωτερικής σύγκρουσης. Πως εξηγείται αυτό;
Αυτή ακριβώς τη στάση εξηγεί το bystander effect. Η παρουσία αμέτοχων τρίτων μειώνει την πιθανότητα των ατόμων να αντιδράσουν σε περίπτωση κινδύνου. Μάλιστα, υποστηρίχθηκε πως για να επέμβει το άτομο πρέπει να συντρέχουν πέντε στοιχεία: το άτομο πρέπει να παρατηρήσει την κρίσιμη κατάσταση, να την αντιληφθεί ως επείγουσα, να αναπτύξει το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης, να πιστέψει ότι έχει την ικανότητα να επέμβει επιτυχώς και να αποφασίζει συνειδητά να βοηθήσει.
Είναι πιθανό, το άτομο να παρατηρήσει την κρίσιμη κατάσταση και παρά την ιδιωτική του επίγνωση του κινδύνου να παραμείνει αδρανές. Η αδράνεια αυτή μπορεί να οφείλεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των πεποιθήσεων των άλλων ανθρώπων που είναι μπροστά και να οδηγήσει σε συνολική αναστολή δράσης. Σε αυτή την περίπτωση όλοι πιστεύουν ότι εάν επρόκειτο για κάτι σημαντικό θα αντιδρούσαν και οι άλλοι. Έτσι κανείς δεν κάνει κάτι και όλοι παραμένουν με τη λανθασμένη πεποίθηση πως δεν πρόκειται για κάτι σημαντικό και επομένως δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι εκείνη τη στιγμή. Άρα δεν είναι πως δεν θέλουν να βοηθήσουν από έλλειψη αλληλεγγύης ή αδιαφορία αλλά μπορεί η στάση τους αυτή να αποτελεί προϊόν πλουραλιστικής άγνοιας.
Φαίνεται επίσης πως το ότι βρίσκονται και άλλοι στον ίδιο χώρο συμβάλλει στην αίσθηση διάχυσης της ευθύνης. Ο κάθε ένας σκέφτεται πως δεν χρειάζεται να βοηθήσει αυτός, αφού είναι τόσοι παρόντες. Έτσι η ευθύνη μοιράζεται ψυχολογικά και κανείς δεν την αναλαμβάνει. Επίσης αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ο φόβος των ατόμων για το πώς οι άλλοι θα κρίνουν την πράξη τους.
Αυτό το φαινόμενο βέβαια δεν φαίνεται να είναι απόλυτο. Έχει παρατηρηθεί, πως σε σαφείς κινδύνους το φαινόμενο αυτό αποδυναμώνεται σημαντικά και καταρρέει η πλουραλιστική άγνοια. Εδώ η διαφοροποίηση συνίσταται στο ότι ο κίνδυνος γίνεται άμεσα αντιληπτός και δεν υπάρχει αμφισημία ως προς το αν κάποιος κινδυνεύει. Παράλληλα, το ψυχολογικό κόστος της αδράνειας αυξάνεται και η παρουσία των άλλων ανθρώπων λειτουργεί υποστηρικτικά (ως πιθανή βοήθεια).
Πως αξιολογούνται όμως ποινικά αυτές οι συμπεριφορές; Το ελληνικό Ποινικό Δίκαιο δεν τιμωρεί γενικά την αδιάφορη στάση ή της φαινομενική έλλειψη ενδιαφέροντος και αλληλεγγύης, αφού έχουμε Ποινικό Δίκαιο της πράξης και όχι της σκέψης ή της ιδέας. Έτσι δεν επιβάλλεται καθήκον αλληλεγγύης, ωστόσο ποινικοποιούνται ορισμένες μορφές παράλειψης.
Υπάρχουν δύο περιπτώσεις παραλείψεων που τιμωρούνται ποινικά σύμφωνα με την ελληνική έννομη τάξη. Αφενός όταν ο νόμος επιβάλλει ρητά καθήκον ενεργείας , δηλαδή η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται κατά ρητή περιγραφή του νόμου σε παράλειψη (γνήσια εγκλήματα παραλείψεως). Αφετέρου υπάρχουν τα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, στα οποία ο δράστης τιμωρείται γιατί παραλείπει να αποτρέψει ένα εγκληματικό αποτέλεσμα ενώ έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το κάνει.
Στην πρώτη κατηγορία χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έγκλημα της παράλειψης προσφοράς βοήθειας (Άρθρο 307 του Ποινικού Κώδικα). Εδώ δεν απαιτείται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αλλά η ύπαρξη κινδύνου ζωής για το θύμα, γνώση αυτού και δυνατότητα σωτηρίας και η παράλειψη σωστικής ενέργειας. Σε αυτή την κατηγορία πιθανόν υπάγονται ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση οι αμέτοχοι τρίτοι στο φαινόμενο του bystander effect.
Στη δεύτερη περίπτωση η παράλειψη δεν τιμωρείται αυτοτελώς αλλά εξισώνεται με την εγκληματική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ποινικού Κώδικα. Εδώ απαιτείται εγγυητική θέση( ιδιαίτερη νομική υποχρέωση) και δεν έχει άμεση εφαρμογή στο bystander effect αφού εκεί αναφερόμαστε σε περαστικούς.
Τάνια Λάσκαρη
Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής ΕΚΠΑ
